Έχουν περάσει κάποιες ώρες από την πρεμιέρα της ΝΕΚΥΙΑΣ στον φιλόξενο χώρο Φάος στο Νέο Κόσμο και η φωνή της Άσπας Κυρίμη αντηχεί στο κεφάλι μου, μεταφέροντας μου τη φωνή του Οδυσσέα και τις εικόνες που με τόση σύγχρονη μαεστρία περιέγραψε τόσους αιώνες πριν ο «παππούς» μας, ο Όμηρος.
Κάθε Κυριακή μεσημέρι παρέα με υπέροχες φωνές και ζωντανή μουσική | Το Λιοτρίβι – Κάτω Βάθεια, Ηράκλειο. Κρατήσεις: 6945770303 & 6948094682
Γιατί είναι ανάγκη να κατέβει ο Οδυσσέας στον Άδη; Εμείς, από την άλλη, όταν «πέφτουμε» πόσο αντέχουμε να αντλήσουμε δύναμη από την «κατάβασή» στους προσωπικούς μας χώρους του κενού και των οραμάτων; Αντέχουμε ή εχουμε αφήσει να μας συνθλίβει εσωτερικά ο κυνισμός που επιβάλλει η εποχή;
Η παράσταση της Άσπας Κυρίμη μας βάζει στον κόσμο του ανθρώπου που αναζητά βοήθεια από όπου μπορεί να τη βρει. Φτάνουμε ακόμη και στον Άδη προκείμενου να αντιμετωπίσουμε, όπως ο Οδυσσέας, το αύριό μας.
Επί σκηνής μπορεί η ηθοποιός και σκηνοθέτης της παράστασης να στέκεται μόνη της απέναντί μας, επί της ουσίας έχει έναν μοναδικό συνοδοιπόρορο που δεν είναι άλλος από τον φωτισμό που εχει επιμεληθεί ο μάστορας Μανώλης Μανωλιδάκης.
Έτσι η ηθοποιός δεν μας απευθύνεται απλώς. Μας παίρνει από το χέρι σε ένα μυστηριακό ταξίδι ύπαρξης. Περπατάμε παρέα με τον Οδυσσέα στην αναζήτηση του δρόμου για την Ιθάκη του, κι έτσι αν αφήσουμε τον εαυτό μας να γεμίσει από τα λόγια του μπορούμε, ο καθένας για τον εαυτό του, να κάνουμε τις αναγωγές και να φύγουμε από το θέατρο καλύτερα από ότι υπήρξαμε πριν μπούμε μέσα.
Η παράσταση θα παίζεται ως τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίουκαι το επόμενο τετραμήμερο θα δούμε την Άσπα Κυρίμη να αναμετριέται με τον Ερωτόκριτο (Πληρφορίες εισιτήρια στο λινκ)
Ακολουθούν πληροφορίες και μια κουβέντα με τη σκηνοθέτη και ηθοποιό Άσπα Κυρίμη
Η παράσταση «Ο Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου παρουσιάστηκε πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου για τον Ερωτόκριτο με τίτλο «Ο Ερωτόκριτος του .Βιτσέντζου Κορνάρου: ερευνητικές προτάσεις και προοπτικές» που διοργάνωσε ο Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου.
Την σκηνοθεσία και την ερμηνεία έχει η σκηνοθέτης, ηθοποιός και πτυχιούχος του τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ρεθύμνου Άσπα Κυρίμη.
–Γιατί επιλέξατε να ξαναπαρουσιάσετε την παράσταση αυτή κάποια χρόνια μετά?
«Πώς ν’ αφηγηθείς τον Ερωτόκρτο; Ένα ποίημα δέκα χιλιάδων στίχων. Τι να αφαιρέσεις και πώς;
Σκεφτήκαμε να αφήσουμε στην άκρη το επικό μέρος, τις μάχες και τις μονομαχίες, και να αφηγηθούμε την ερωτική ιστορία του Ρωτόκριτου και της Αρετούσας.
Προσπαθήσαμε να φανταστούμε το ταξίδι του Ερωτόκριτου: τους πρόσφυγες που, όταν έπεσε ο Χάνδακας, ταξίδεψαν προς την άλλη Ελλάδα και κάποιοι έφτασαν στα Επτάνησα. Εκεί, ο δεκαπεντασύλλαβος του Κορνάρου περίμενε μέχρι να συναντήσει τον Σολωμό. Οι άνθρωποι αυτοί δεν κουβαλούσαν μόνο τους εαυτούς τους και τις ανάγκες τους. Είχαν μαζί τους κι έναν πολιτισμό που τον μετέφεραν κι αυτόν. Ήταν φορείς μιας γλώσσας και μιας παράδοσης που ταξίδεψε μαζί τους.
Είπαμε πως έτσι συμβαίνει με τους πρόσφυγες· τότε και σήμερα. Οι άνθρωποι που ταξιδεύουν όχι για να δουν καινούργιους τόπους αλλά «με το σκοτεινό τρένο της φυγής» είναι, εκτός απ’ όλα τ’ άλλα, και φορείς μια παράδοσης, ενός πολιτισμού που μπορεί να μπολιάσει ευεργετικά τις νέες τους πατρίδες».

Μετά τον ΄Έρωτοκριτο’’ , επιλέξατε να παρουσιάσετε με την Ραψωδία Λ της Οδύσσειας , αυτή που Αλεξανδρινοί ονόμασαν Νέκυια . Τι σας οδήγησε σε αυτή την επιλογή¨?
Δεν ξέρω ακριβώς. Νομίζω ότι είναι πάντα η ίδια ανάγκη. Να πεις μια ιστορία, να φτιάξεις έναν κόσμο, να μοιραστείς ένα κείμενο, κάποιες λέξεις, με τους άλλους ανθρώπους. Η ενασχόληση με την Νέκυια άρχισε την περίοδο της απομόνωσης λόγω του κορονοϊού. Επικρατούσε τρομερή αβεβαιότητα. Αναρωτιόταν κανείς αν θα ξανάβλεπε τους αγαπημένους του ανθρώπους, αν θα μαζευόμασταν ξανά όλοι μαζί, αν θα είχαμε την ευκαιρία ξανά να βρεθούμε σ΄ ένα θέατρο, έναν κινηματογράφο… Η περίοδος της απομόνωσης τελείωσε αλλά οι καιροί που ακολούθησαν είναι δύσκολοι. Οπότε, ίσως δεν είναι κακό να επιστρέψει κανείς στην αφετηρία, στους «περαζόμενους καιρούς» αναζητώντας κατεύθυνση.
Γιατί από όλες τις ραψωδίες επιλέξατε την συγκεκριμένη;
Ο Οδυσσέας είναι εξαιρετικά γοητευτικός αφηγητής. Στη λ΄ ραψωδία όμως, ξεπερνάει τον εαυτό του: το ταξίδι στον Άδη και η συνάντησή του με φίλους, συγγενείς, μάντεις και ήρωες στον Κάτω Κόσμο είναι ο κολοφώνας της αφήγησής του.
Τι θα δει ο θεατής στην παράσταση σας ;
Τον παραμυθά Οδυσσέα αν η παράσταση πετύχει τον στόχο της.
Γιατί κατά την γνώμη σας, η Νέκυια, η Λ’ Ραψωδία, είναι η πιο πολυσυζητημένη ραψωδία των ομηρικών επών;
Νομίζω επειδή μιλά για ένα ταξίδι που όλοι θα θέλαμε να κάνουμε ζωντανοί όντες, εννοείται. Ακουμπά την βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να μάθει τι γίνεται ¨μετά», αλλά νομίζω πως μιλά και για ένα ταξίδι στον εαυτό, μια γνωριμία με τις λιγότερο γνωστές (ή αρεστές) σε μας πλευρές μας.
Είναι ένα κείμενο πρωτοποριακό ακόμα και για την εποχή μας. Ποια είναι τα «συστατικά» που το καθιστούν τόσο σύγχρονο;
Η υπαρξιακή του διάσταση νομίζω, το θάρρος του ήρωα που προκειμένου να λάβει απαντήσεις δε διστάζει να επιχειρήσει το πιο τρομαχτικό απ’ όλα τα ταξίδια, το γεγονός ότι παρουσιάζει τον Κάτω Κόσμο ως ένα σχεδόν οικείο περιβάλλον όπου συναντά κανείς αγαπημένα πρόσωπα, συντρόφους στα ταξίδια, συντρόφους εν όπλοις, ήρωες από το παρελθόν… και βεβαίως η μεγάλη ποίηση που αντιμετωπίζει τα ερωτήματα κάθε εποχής.
Είναι ένα κείμενο πρωτοποριακό ακόμα και για την εποχή μας.

Ποιες ήταν οι δυσκολίες που αντιμετωπίσατε κατά την προσέγγιση του κειμένου ;
Είναι ένα κείμενο που δύσκολα το κατακτάς. Νομίζω πως η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν αντιληφθούμε – και να αποδώσουμε κατά το δυνατόν- την αντίστιξη της ζοφερότητας του θέματος και του φωτός που αναδύεται από τις λέξεις του Ομήρου. Σ’ αυτό φυσικά πολύτιμος αρωγός στάθηκε η μετάφραση του Στυλιανού Αλεξίου στα αποσπάσματα της Νέκυιας που έχει μεταφράσει και του Ζήσιμου Σίδερη στο υπόλοιπο κείμενο.
Οι εικόνες που δημιουργεί είναι βαθιά προσωπικές .Ποιες ήταν οι δικές σας διαβάζοντας το κείμενο για πρώτη φορά από την στιγμή που αποφασίσατε ότι θα είναι η επόμενη σας δουλειά;
Θάλασσα, ένα φως όπως αυτό του απομεσήμερου της Μεγάλης Παρασκευής, ένα νησί στο βάθος, μια ελιά και άσπρες πεταλούδες.
Πόσο άλλαξε αυτό όταν γνωρίσατε την ενέργεια της κάθε λέξης;
Νομίζω πως δεν άλλαξε, απλώς οι εικόνες έγιναν πιο καθαρές και πιο επίμονες.
Ποιες είναι οι πιο συγκινητικές στιγμές το έργου;
Η συνάντηση του ήρωα με τη μητέρα του και με τον Αίαντα. Τη μητέρα του δεν περίμενε να τη βρει εκεί. Ξέρετε, πολλές φορές έχουμε την εντύπωση πως, όσο εμείς λείπουμε, οι άλλοι παραμένουν ακίνητοι και ίδιοι περιμένοντάς μας. Έχουμε την εντύπωση πως γυρνώντας θα ξαναβρούμε ό,τι αφήσαμε. Είναι πικρή η στιγμή που αντιλαμβανόμαστε ότι τα πράγματα μπορεί να μην είναι εντελώς έτσι. Σε ό,τι αφορά τον Αίαντα, ο Οδυσσέας δεν έχει λόγο να είναι περήφανος για τη στάση του απέναντί του. Νομίζω πως αυτές είναι οι πιο ειλικρινείς στιγμές του Οδυσσέα.
Οι απώλειες της ζωής μας βάζουν το κείμενο υπό άλλο πρίσμα;
Νομίζω πως οι απώλειες και ο πόνος που μας προκαλούν μας μαθαίνουν πράγματα για τον εαυτό μας, τη σχέση μας με τους άλλους, τη στάση μας απέναντι στη ζωή, οπότε υπ΄ αυτήν την έννοια, ίσως «ξεκλειδώνουν» περισσότερα μυστικά του κειμένου.
Το αιώνιο ερώτημα της ζωής μετά το θάνατο με ποιο τρόπο απασχολεί την δική σας κατάβαση στη Νέκυια;
Είναι μάλλον αυτό που λέει η μητέρα του Οδυσσέα στο γιο της: «η ψυχή σαν όνειρο φτερουγίζει και φεύγει, αλλά στρέψε γρήγορα τον πόθο στου στο φως κι όλα τούτα μην τα ξεχνάς…» (όπως μεταφράζει ο Σεφέρης).
Παρ΄όλή την ζοφερή εικόνα υπάρχουν στιγμές που προκύπτει φως;
Προκύπτει απ’ την ποιότητα της ποίησης, απ’ τις λέξεις του Ομήρου, απ’ το ρυθμό και τη μουσικότητα της γλώσσας.
Ποια φράση του ποιητή σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ;
Η φράση του Αχιλλέα: όταν ο Οδυσσέας του λέει να μη στενοχωριέται, να μη θρηνεί που είναι πεθαμένος μα που, και νεκρός ακόμα, απολαμβάνει τόση δόξα και τιμή, ο Αχιλλέας απαντά:
«Οδυσσέα, για το θάνατο μη με παρηγορήσεις
ήθελα να ‘ μαι χωρικός και να ξενοδουλεύω
σ’ αφέντη δίχως χτήματα, να ‘ ναι το βιός του λίγο
παρά να βασιλεύω εδώ, στους πεθαμένους όλους»
Και στον επόμενο στίχο:
«Μα έλα τώρα να μου πεις για το λεβέντη γιο μου,
Στη μάχη αν πρώτος ρίχνεται ή πίσω κοντοστέκει»
Η αντίφαση είναι υπέροχη, αλλά βεβαίως πρέπει να λάβουμε υπόψιν την αρχαϊκή αντίληψη για το κλέος, την ανδρεία και την πολεμική αρετή.
Το γεγονός ότι ο Οδυσσέας γνωρίζουμε ότι θα επιστρέψει στη ζωή και στον πάνω κόσμο ποιο ρόλο παίζει στην ψυχολογία του θεατή ;
Νομίζω ότι ίσως μας επιτρέπει να φοβόμαστε εκ του ασφαλούς. Κάπως όταν είμασταν παιδιά και βλέπαμε τρομακτικές ταινίες με τους φίλους μας, φοβόμασταν αλλά φοβόμασταν εκ του ασφαλούς, οι φίλοι ήταν δίπλα μας, ο φόβος ήταν ηδονικό συναίσθημα, τον μοιραζόμαστε, ξέραμε πως δεν κινδυνεύαμε στην πραγματικότητα, αλλά παριστάναμε ότι κινδυνεύουμε. Ο θεατής μπορεί εκ του ασφαλούς να ταξιδέψει μαζί με τον Οδυσσέα στον Ομηρικό Άδη, ξέροντας πως θα επιστρέψει στο φως μαζί με τον ήρωα.
Ποια είναι τα κριτήρια για να γίνει ένα έργο ,έργο σας;
Είναι η ιστορία και ο τρόπος που αρθρώνεται, αυτό που δημιουργεί την ανάγκη να «σηκώσεις» το κείμενο, δηλ. αυτό που «κείται» στο χαρτί, και να φτιάξεις έναν κόσμο για να τον μοιραστείς με τους άλλους ανθρώπους ελπίζοντας πως θα τους αφορά και πως κάτι δικό τους, κάτι απ΄ τους καιρούς που ζούμε θα βρουν στον κόσμο αυτό.
Αθήνα-Κρήτη: πώς γεμίζει τις μπαταρίες του ένας άνθρωπος του θεάτρου μακριά από το κέντρο, την Αθήνα;
Διαβάζοντας, ταξιδεύοντας, παρατηρώντας, συζητώντας, περπατώντας, γνωρίζοντας ενδιαφέροντες ανθρώπους.

Πώς σχολιάζειτε την πολυδιάσπαση των θεατρικών δρώμενων με δεκάδες παραστάσεις που παίζονται διήμερα ή τριήμερα για μικρό χρονικό διάστημα; Πώς μπορεί κοινό και καλλιτέχνης να μεταβολίσει τόσο όγκο δουλειάς σε τόσο μικρό διάστημα;
Κάνει κανείς ό,τι καλύτερο μπορεί για να υπάρξει καλλιτεχνικά και να βιοποριστεί ταυτόχρονα σε μια χώρα χωρίς πολιτική για τον πολιτισμό. Το αποτέλεσμα της πολυδιάσπασης αυτής, πιστεύω πως θα αποτιμηθεί στο μέλλον. Εκείνο που με μελαγχολεί είναι ότι, μέσα σε τέτοια πληθώρα παραστάσεων, είναι παραπάνω από πιθανό να υπάρχουν σχήματα που κάνουν εξαιρετική δουλειά, και που, παρόλ’ αυτά κινδυνεύουν, εξαιτίας της υπερπληροφόρησης και της υπερπροσφοράς, να μην συναντηθούν ποτέ με το κοινό τους.
Το θέατρο σήμερα στην Ελλάδα πού βρίσκεται σε σχέση με τις παραγωγές του εξωτερικού;
Νομίζω πως η μεγάλη μας διαφορά με το εξωτερικό είναι η έλλειψη πολιτικής για τον πολιτισμό, ενός οράματος, μιας ολοκληρωμένης πρότασης για το θέατρο, τη μουσική, τον χορό, τις καλές τέχνες, αλλά και τα μουσεία, τους αρχαιολογικούς χώρους, τις βιβλιοθήκες που θέλουμε (αν θέλουμε) να έχουμε σε πενήντα χρόνια από τώρα (ή και σε δέκα). Ποιο είναι το κοινό που επιθυμούμε να διαμορφώσουμε, που θέλουμε να απευθύνουμε. Κατά τα άλλα, δεν μας λείπει τίποτα και μάλιστα το εγχώριο καλλιτεχνικό δυναμικό είναι και πολύ σκληρά εκπαιδευμένο, συνηθισμένο να δουλεύει με τις πιο αντίξοες συνθήκες και χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Επιμένετε σε λόγο στιβαρό ποιητών στις δουλειά σας. Πώς σας φαίνεται όμως η νεοελληνική θεατρική γραφή; Ποιον ή ποιους σύγχρονους θεατρικούς συγγραφείς ξεχωρίζετε;
Νομίζω πως η εποχή μας έχει πολύ θόρυβο και κατά συνέπεια πολλή σύγχυση. Ο στιβαρός, όπως τον ονομάζεις, λόγος των ποιητών με ξεβολεύει τρομερά απ’ τη μια, απ’ την άλλη όμως νιώθω πως με ισορροπεί και με αναπαύει. Εννοείται πως υπάρχουν συγγραφείς που κερδίζουν το στοίχημα της αποτύπωσης του σημερινού ελληνικού λόγου όπως η Κιτσοπούλου, ο Χατζηγιαννίδης, ο Δήμου, ο Τσίρος, ο Κατσικονούρης, ο Καλαβριανός, τους οποίους εκτιμώ και θαυμάζω.
Επόμενα σχέδια;
Θα ήθελα πολύ να κάνω μια κωμωδία…
Πηγή: viewtag
