Xalkiadakis

"Εφυγε" ο Μαρκογιάννης, ο κορυφαίος λαουτιέρης


Πλήρης ημερών σε ηλικία 91 ετών έφυγε από τη ζωή ο καταξιωμένος καλλιτέχνης της κρητικής παράδοσης, ο λαουτιέρης Γιάννης Μαρκογιαννάκης, που έγινε γνωστός ως: "Μαρκόγιαννης".

Ο αγαπημένος μουσικός και λαουτιέρης - σύμβολο για την Κρήτη, πέρασε στην αιωνιότητα αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία παρακαταθήκη: το έργο του και την προσφορά του στην μουσική παράδοση της Κρήτης με σεβασμό, μεράκι, αγάπη και σύνεση.

Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί την Πέμπτη 30 Μαρτίου, στις 15:00 στον Ιερό Ναό της Παναγίας στον Μασταμπά Ρεθύμνου. Η σορός του θα μεταφερθεί στο ναό στη 1 το μεσημέρι.

Σε αυτοβιογραφικό σημείωμά του, που είχε κυκλοφορήσει σε ένθετο στον δίσκο «Εκεί Ψηλά», Σείστρον 2005, ανέφερε για τη ζωή του τα εξής:

«Γεννήθηκα στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1926. Είμαστε μεγάλη οικογένεια. Οκτώ αδέλφια από τα οποία τα πέντε αγόρια είμαστε μουσικοί και τρία κορίτσια. Λαούτο πρωτόπιασα στα χέρια μου οκτώ χρονών. Ο πατέρας μου ήταν καλός λυράρης και στα γλέντια, τις παρέες και τις κοινωνικές συναντήσεις, του κρατούσαν πάσο άλλοι μουσικοί, κυρίως με μαντολίνο. Κάποτε, αγόρασε από την Αθήνα ένα λαούτο. Τότες εδώ, δεν υπήρχανε λαούτα. Ήτανε μόνο ο Μπαξεβάνης, ο Ψύλλος, ο Κουρκουλός και ένας δυο άλλοι στο Νομό Ρεθύμνου.

Εμείς είχαμε ένα μεγάλο καφενείο στο Σπήλι, εκεί γινότανε τα γλέντια Σαββατοκύριακα κι όλες τις γιορτές. Ο πατέρας μου μετά τη δουλειά άνοιγε το μαγαζί άναβε το λουξ, ετοίμαζε και περίμενε τους πελάτες του. Κάθε βράδυ έπαιζε λύρα μόνος του. Εμένα, σαν μικρό παιδί που ήμουν, μου άρεσε πάρα πολύ και καθόμουνα πάντα σε μια γωνιά και τον άκουγα. Μια βραδιά με φώναξε κοντά του, μ' έβαλε σε μια καρέκλα, μου έφερε το λαούτο και μου είπε: «Εγώ θα παίζω τη λύρα κι εσύ θα βάζεις το χεράκι σου και θα κάνεις έτσι» (δείχνοντάς μου τις κινήσεις του χεριού).»Μα δε φτάνω καλά» του' πα εγώ, αλλά από τα πρώτα κιόλας λεπτά, καθώς το χέρι μου ακουμπούσε στις χορδές ήμουνα μέσα στο χρόνο.

Παίζαμε, σταματούσαμε, συνεχίζαμε, με ρώτησε αν κουραζόμουνα, πότε-πότε του' λεγα ναι, και πήγαμε αργά για ύπνο. Την επόμενη πρωί-πρωί, με ξυπνά, μου βάζει πάλι δυο καρέκλες και αρχίσαμε να παίζουμε ώρα πολύ, για να βεβαιωθεί ότι μπορούσα να παίξω όπως και το προηγούμενο βράδυ. Η ευχαρίστησή του ήταν μεγάλη. Από τότε, στα γλέντια δεν ξαναπήρε άλλο πασαδόρο.



Ο Μαρκογιάννης παρέα με τον Σκορδαλό και τον Κλάδο

Στο Σπήλι ερχόταν και ο Σκορδαλός στο καφενείο ο οποίος ήταν πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου και δάσκαλός του στα πρώτα του βήματα. Έτσι λοιπόν αρχίσαμε τη συνεργασία μας από το 1936.Το 1946 γράψαμε τον πρώτο μας δίσκο «Μόνο εκείνος π' αγαπά» και συνεχίσαμε την συνεργασία μας και τη δισκογραφία για 30 χρόνια, γνωρίζοντας μεγάλες επιτυχίες.

Το 1958 πήγαμε στην Αμερική καλεσμένοι της «Παγκρητικής» και μείναμε ένα χρόνο. Επιστρέφοντας και πάλι στη Κρήτη έκανα δισκογραφία και έπαιξα με μεγάλους λυράρηδες. Ποιους να πρωτοθυμηθώ; Τον Καρεκλά από το Ρέθυμνο, τον Κώστα Μουντάκη από την Αλφά με τον οποίο γράψαμε το δίσκο «Μάχη της Κρήτης».

Με τον Λεωνίδα Κλάδο από τα Πλατάνια Αμαρίου που είχαμε χρόνια συνεργασίας γράψαμε το δίσκο «Όταν κοιμάται ο δυστυχής» με ερμηνευτή τον καθηγητή Γιάννη Χαχαριδάκη από τις Μέλαμπες, τον Αλέκο Καραβίτη από τα Ακτούντα, τον Γιώργο Μουζουράκη από τη Παντάνασσα, τον Γιώργο Καλογρίδη από το Σπήλι με τον οποίο γράψαμε και το Κεφαλοβρυσανό συρτό και άλλα, το Νίκο Παπαδογιάννη απ' την Αγιά Μυλοποτάμου με τον οποίο κάναμε και δισκογραφία, τον Πλακιανό από τις Καλύβες Αποκορώνου, το Γεράσιμο Σταματογιαννάκη από τα Ακούμια που γράψαμε το πρώτο μας δίσκο «Στο ψεύτη κόσμο οι ομορφιές» και εν συνεχεία γράψαμε κι' άλλους, το Ροδάμανθο Ανδρουλάκη από το Αμάρι, το Λυρατζαντώνη από τις Μέλαμπες, τον Γιάννη Γιουλούντα από τις Πρασές, τον Φραγκή από το Τυμπάκι, το Γαβρίλη από τα Πιτσίδια, το Μανόλη Λουμπάκη από τον Κρουσσώνα, τον Κώστα Φωτάκη από το Αποδούλου Αμαρίου, το Νίκο Φακιδάρη από το Πέραμα, τον Ανδρέα Κορώνη από το Γεράνι Ρεθύμνου, τον Ηρακλή Σταυρουλάκη από την Επισκοπή Πεδιάδος, τον Παντελή Σταυρουλάκη από το Χάρακα με τον οποίο γράψαμε ένα δίσκο, το Νίκο Κολιακουδάκη από τον Αποκόρωνα με τον οποίο επίσης έγραψα ένα δίσκο, το Μιχάλη Βαβουράκη από την Κρύα Βρύση, το Νίκο Ντουρουντουδάκη από τα Μυριοκέφαλα, τον Αλέκο Πολυχρονάκη από τους Βόρους και το Γιώργο Αυγενάκη από το Σπήλι.

Γύρω στο 1960 ξεκίνησα τη συνεργασία μου με τον Σπύρο Σηφογιωργάκη η οποία και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ο πρώτος δίσκος που κάναμε μαζί ήταν «ο φάρος» και συνεχίσαμε μεγάλη δισκογραφία.

Κάναμε μεγάλες επιτυχίες και διασκεδάσαμε τους Κρήτες τις διασποράς σε όλο τον κόσμο (Αμερική, Καναδά, Αυστραλία Αφρική, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Βέλγιο, Κύπρο, Ισραήλ) ενώ στο Ελσίνκι Φινλανδίας το 1962 πήγαμε με το Σύλλογο Βρακοφόρων Κρήτης που εδρεύει στα Χανιά με πρόεδρο το κ. Κώστα Βενιανάκη ο οποίος ήλθε μαζί με το χορευτικό σύλλογο και με τον πρωτοχορευτή Μιχάλη Λεφάκη με τους οποίους πήγαμε στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Ειρήνης και Φιλίας με συγκροτήματα απ' όλο τον κόσμο και πήραμε το πρώτο βραβείο χορού. Επίσης το Υπουργείο Πολιτισμού κάλεσε το Σύλλογο Βρακοφόρων Κρήτης κάνοντας περιοδεία σε διάφορες πολιτείες της Αμερικής.

Μαζί τους ήμασταν και "εμείς" σαν σχήμα: Σηφογιωργάκης, Μαρκογιάννης, Μανιάς. Μια πολύ σημαντική συνεργασία μου ήταν αυτή με τον Ψαραντώνη, έναν ξεχωριστό καλλιτέχνη, γι' αυτό και τόσο αγαπητό σ' όλο τον κόσμο με τον οποίο το 2004 γράψαμε ένα δίσκο με τίτλο «Όταν σε βλέπω τραγουδώ». Είναι ένας δίσκος που μ' αρέσει πολύ και πρέπει να πω ήταν κοινή επιθυμία μας…».

Ρεπορτάζ: Ματθαίος Καπετανάκης