Το Λιοτρίβι

23 χρόνια χωρίς τον Γιάννη Ρίτσο


Σήμερα συμπληρώνονται 23 χρόνια από την ημέρα που ο Γιάννης Ρίτσος άφησε την τελευταία του πνοή. Ουσιαστικά το πνεύμα και τα λόγια του τον κάνουν να ζει για πάντα μέσα στις ιδέες και τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Μια τεράστια λογοτεχνική κληρονομιά έχει μείνει πίσω, για να μας θυμίζει πως αυτός ο άνθρωπος εκπροσώπησε μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων της εποχής του. Κι αν αυτή είναι η καλλιτεχνική του παραγωγή, υπάρχει ένας σημαντικός άνθρωπος της ζωής του να συνεχίζει την γενιά του και μιλά περήφανα για εκείνον.
Το πρωινό του άστρο που γίνεται η ευτυχία του κόσμου, η κόρη του Έρη Ρίτσου, έδωσε συνέντευξη στο prismanews.grμιλώντας για τον άνθρωπο Γιάννη Ρίτσο, για την σημερινή εποχή και για την νέα έκδοση ανέκδοτων ποιημάτων του, Υπερώον, η οποία ξεκινά να κυκλοφορεί από σήμερα.



Σήμερα συμπληρώνονται 23 χρόνια από τον θάνατο του πατέρα σας. Σας συγκινεί; Σας πονά αυτό ακόμα;

Το κενό δεν αναπληρώνεται ποτέ. Ο χρόνος απαλύνει τις πληγές. Τα πρώτα χρόνια δεν το πίστευα. Εκείνος έμενε Αθήνα και εμείς στην Σάμο, οπότε τηλεφωνιόμασταν. Για χρόνια είχα την αίσθηση ότι θα σηκώσω το τηλέφωνο και θα είναι εκείνος. Έχω το πλεονέκτημα ότι έχει αφήσει πίσω του μεγάλο έργο, στο οποίο μπορώ να ανατρέξω και να καλύψω κάπως το κενό, όπως και να ξανά δω φάσεις από την ζωή του. Για παράδειγμα, ο δραματικός μονόλογος Ελένη το έγραψε για την αδερφή του, την θεία μου την Νίνα. Ήταν καλλονή της εποχής στα νιάτα της, πέθανε όμως μόνη και έρημη σε ένα νεοκλασικό στην Αθήνα. Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να πάει στην κηδεία της, καθώς ήταν σε κατ' οίκον περιορισμό στην Σάμο. Τότε του είχε δοθεί άδεια να φύγει από την Λέρο, γιατί είχε διαγνωστεί ότι είχε καρκίνο και ήταν υποχρεωμένος να μείνει περιοριστικά στην Σάμο.



Όταν τελείωνε ένα ποίημα ή μια νέα ποιητική συλλογή σε ποιον την διάβαζε συνήθως πρώτα;

Κατά την διάρκεια της δικτατορίας, επειδή ακριβώς ήταν απομονωμένος, μου τα διάβαζε εμένα. Αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα! Ήμουν μόνο 13 ετών! Συνήθως, στους φίλους του όπως τον Τάσο Λειβαδίτη, την Νινέτα Μακρυνικόλα. Βασικά τα διάβαζε στον οποιοδήποτε, που τύχαινε να είναι μπροστά του. Του άρεσε να κοινοποιεί και να μοιράζεται. Ήταν τρυφερός, αγαπητικός και σε όλους μιλούσε με τρυφερότητα. Άνοιγε την πόρτα του σε όποιον του την χτυπούσε. Η δουλειά του ήταν πολλή σημαντική για τον ίδιο, αλλά την διέκοπτε προκειμένου να δει έναν φίλο. Για εκείνον η φιλία ήταν πάνω απ' όλα. Όσο για την δουλειά του, έλεγε πάντα ότι Όσο γράφω ποίηση, έχω λόγο να υπάρχω.





Πώς διαχειριζόταν τις κριτικές, καλές και κακές;

Δεν έδειχνε ποτέ τα συναισθήματα που του προκαλούσαν. Είχε δεχτεί κακή κριτική από την Νέα Εστία. Ο Καραντώνης δεν τον θεωρούσε ποιητή. Ως νέος ποιητής έστειλε στην Εστία ποιήματα ως Κώστας Ελευθερίου και πήρε άριστες κριτικές. Δεχόταν κριτική κυρίως για την πολιτική του ιδεολογία. Ήταν μαχόμενος κομμουνιστής. Ήταν τόσο σίγουρος γι' αυτό που έκανε και είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Δεν έδινε σημασία στις κριτικές. Έκανε την δουλειά του καλά.



Ο Ρίτσος είχε μαθητές που τον εμπιστεύτηκαν.

Ναι, είχε. Τον ενδιέφεραν οι νέες γενιές των ποιητών. Τους έκανε παρατηρήσεις και διορθώσεις. Ο ίδιος είχε βοηθηθεί από τον Παλαμά. Τότε που ο Παλαμάς έλεγε για τον Ρίτσο Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις, έλεγαν πως τα έχασε ο Παλαμάς, καθώς τον αναγνώριζε ως σημαντικό ποιητή. Η ποίηση ήταν η ζωή του. Δεν υπήρχαν εγωισμοί μέσα στην δουλειά του, καθώς επιθυμούσε να δώσει την συνέχεια στις επόμενες γενιές προσφέροντας και μοιραζόμενος τις γνώσεις του. Αυτή ήταν η ιδεολογία του.



Ανήκε στην γενιά του '30, η οποία ονομάστηκε και η γενιά της αισιοδοξίας. Ήταν έτσι ο Ρίτσος στην ζωή του, αν και πέρασε τόσα δεινά, όπως οι αρρώστιες και η εξορία;

Ναι, γιατί έζησε μια καλή ζωή, την οποία έζησε όπως την ήθελε εκείνος. Οι συνθήκες φυσικά ήταν αντίξοες έως και τραγικές, ειδικά στην Μακρόνησο. Επίσης, είχε μείνει ορφανός από μητέρα πολύ μικρός, από ευκατάστατος αστός έγινε φτωχός, ενώ η μικρή του αδερφή και ο πατέρας του αντιμετώπιζαν ψυχολογικά προβλήματα. Εκείνος όμως στα 46 του έγινε πατέρας και απέκτησε οικογένεια. Υπήρξε για εκείνον μια θαλπωρή, ένα οικογενειακό περιβάλλον. Η μητέρα μου ήταν μια γυναίκα που εξαιρείτο εγωισμού και έτρεχε για κάθε ανάγκη του πατέρα μου. Καταλάβαινε κι ο ίδιος ότι βοηθήθηκε στην ζωή του από εκείνη. Της φιλούσε τα χέρια και την έλεγε άγγελο του. Ο ίδιος αν δεν γνώριζε την μαμά δεν θα παντρευόταν. Γιατί δεν είχε χρόνο να διαθέσει στην οικογένεια. Δεν θα μπορούσα να αντεπεξέλθω με μια γυναίκα που θα ήθελε κοινωνική ζωή, συνήθιζε να λέει. Οπότε η μαμά ικανοποιούσε τις ανάγκες του μπαμπά. Μακαρίζω τον εαυτό μου γι' αυτούς τους δύο γονιούς. Δεν τους είδα ποτέ να καβγαδίζουν. Μόνο εγώ καβγάδισα δύο φορές στην ζωή μου με τον πατέρα μου!





Για ποιο λόγο;

Για την προσωπική μου ζωή. (γέλια) Γιατί μεγαλώνοντας στην Σάμο είχα απόλυτη ελευθερία να πηγαίνω και να γυρνάω όπου και όποια ώρα ήθελα. Ότι και είχα επιστρέψει από την Γαλλία, όπου σπούδαζα, και απαίτησε να γυρίσω στο σπίτι στις 9μ. μ.! Μου είπε ότι ναι μεν είχα άπειρες ελευθερίες πριν πάω να σπουδάσω, αλλά μετά από ένα χρόνο που έλειπα, ο κόσμος της Σάμου θα είχε ξεχάσει πως φερόμουν και θα έλεγαν ότι έγινα εξ όλης και προώλης, επειδή έζησα στην Γαλλία. Εγώ βέβαια έγινα έξω φρενών. Εκεί γύρω στα 19 μου τον είχε πιάσει να γίνει αυστηρός γονεύς.



Αν έβλεπε τα γεγονότα σήμερα τι πιστεύετε ότι θα συμβούλευε τον κόσμο; Εκείνος πέρασε μεγαλύτερες κρίσεις.

Τα γεγονότα σήμερα, επιτρέψτε μου να πω, είναι πιο τραγικά. Εκείνοι είχαν πάντα ελπίδα ότι τα πράγματα θα καλυτερεύσουν. Πίστευαν ότι θα φέρουν τον καλύτερο κόσμο του αύριο. Σήμερα δεν υπάρχει ελπίδα για τον ένα καλύτερο κόσμο. Στερούμαστε την θέαση του μέλλοντος. Εκείνος σίγουρα θα έγραφε, όπως έκανε πάντα. Γι’ αυτό αποφάσισα φέτος να γίνει μια έκδοση ανέκδοτων ποιημάτων του, η οποία ονομάζεται Υπερώον, και αφορά την εποχή του 1985, μια εποχή ηθικής κρίσης για την Ελλάδα. Αυτή η κρίση του τότε ετοίμασε αυτή που περνάμε τώρα. Θέλησα να βγει αυτόνομα, καθώς μετά τον θάνατο του είχαν βγει κάποιες εκδόσεις, αλλά δεν έγιναν αισθητές. Οπότε φέτος αυτή η έκδοση θα κυκλοφορήσει στις 11 Νοεμβρίου στην συμπλήρωση των 23 χρόνων από τον θάνατο του πατέρα μου.





Κάθε φύλλο που πέφτει είναι μια νέα ρίζα- Ρίτσος



Εκείνος για την ιδεολογία του άντεξε την εξορία και την στήριξε ως το τέλος. Σήμερα οι νέοι έχουν τόσο δυνατές ιδεολογίες;

Δεν είναι ορατή καθόλου η ελπίδα. Δίχως ελπίδα δεν ζει κανείς. Αν δεν έχουμε ελπίδα, ας σκάψουμε ένα τάφο να μπούμε μέσα, να σταυρώσουμε τα χεράκια και να περιμένουμε, ώσπου να έρθει η μοιραία ώρα. Ο αγώνας για το καλύτερο είναι αγώνας για την ζωή. Υπάρχουν νέοι με ιδεολογία και η μεγάλη πλειοψηφία, αν δεν έχει ιδεολογία, τουλάχιστον θέλει να ζήσει. Ακόμα κι αν δεν ξέρουν γιατί το κάνουν, δημιουργούν. Κανένας μας δεν είναι ερημίτης. Ζεις μέσα στο σύνολο, άρα σε αφορά η κοινωνία. Ψηφίσεις, δεν ψηφίσεις κάποιος θα βγει να σε διοικήσει. Την επανάσταση μας δεν την κάνουμε έτσι. Οτιδήποτε κάνουμε είναι στρατευμένο. Η παθητικότητα μας είναι στράτευση. Θέλουμε, δεν θέλουμε κάποια ιδεολογία εξυπηρετούμε όλοι.



Η φιλοσοφία ζωής του πατέρα σας έχει περάσει σε εσάς;

Το ότι είμαι ισορροπημένος άνθρωπος το οφείλω στο ότι μεγάλωσα με γονείς που με αγαπούσαν. Έζησα στην Σάμο, όπου δεν ήξεραν τι είναι ο Ρίτσος. Όταν με ρωτούσαν ποιανού είμαι, αν έλεγα του Ρίτσου, δεν ήξερε κανείς, ενώ αν έλεγα της Φαλίτσας της γιατρού, όλοι με ήξεραν. Έτσι, δεν ένιωθα ψυχολογική πίεση. Από την άλλη, εγώ μεγάλωνα την περίοδο της δικτατορίας και κανένας δεν τον διάβαζε τότε, γιατί απαγορευόταν. Όταν έφυγα και πήγα στο Παρίσι, τότε άρχισα να καταλαβαίνω ποιος είναι ο γεννήτορας μου. Έφυγα το 1973 και έγινε τότε το πραξικόπημα στην Χιλή και με έτρεχαν να συναντηθώ με τον Αραγκόν, γιατί ο πατέρας μου ήταν ομοϊδεάτης ποιητής. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Επίσης, εκείνος ήταν πολύ εργατικός, εγώ όχι τόσο! (γέλια) Ήταν και οι δύο άνθρωποι της προσφοράς και μου βγαίνει και εμένα. Πήρα αυτή την αγωγή, αυτή την συμπεριφορά. Επειδή έζησα περισσότερο με την μητέρα μου επηρεάστηκα και περισσότερο από εκείνη. Την λάτρευα.



Πονέσατε πολύ λόγω των εξοριών, εσείς και η μητέρα σας; Τι σας έκανε να ελπίζετε; Κατηγορήσατε την ιδεολογία του πατέρα σας, επειδή τον στερηθήκατε τόσο;

Όχι. Το είχα πάρει ηρωικά και ήμουν περήφανη. Στην δικτατορία ήμουν 12 ετών. Ήμαστε οι καλοί αριστεροί, που μας κυνηγούσαν οι κακοί χουντικοί. Διάβαζα τότε και Μικρό Ήρωα και όλα αυτά μαζί κάπως ήρθαν και κόλλαγαν μέσα στο μυαλό μου. Βέβαια, αν κι εγώ ήμουν μεγαλύτερη τότε θα είχαν συλλάβει κι εμένα. Είχαν συλλάβει τότε την μαμά και εγώ αντί να φοβηθώ, σκεφτόμουν πολύ ηρωικά πράγματα και όλα τα έβλεπα σαν περιπέτεια. Δεν την έστειλαν στην Γιάρο, γιατί ήταν γυναίκα και μητέρα. Η ίδια δεν άφησε τίποτα να αλλάξει στην καθημερινότητα μας και έτσι δεν αναρωτιόμουν τι θα γινόταν ο μπαμπάς. Μόνο μια φορά θυμάμαι, που στεναχωρήθηκα. Ήταν το καλοκαίρι του ’68 και πήγαμε να επισκεφτούμε τον μπαμπά στον Άγιο Σάββα, όπου νοσηλευόταν. Τότε για να τον επισκεφτεί κανείς έπρεπε να πάρει ειδική άδεια από την Γ.Δ.Ε.Α., την αντίστοιχη αστυνομία. Η μητέρα μου πήρε την άδεια, πήγαμε από την Σάμο στην Αθήνα και φτάσαμε στο νοσοκομείο. Εγώ ήμουν παιδί και δεν είχα ταυτότητα, για να περάσω μέσα. Όταν η μητέρα μου είπε πως είμαι παιδί και φυσικά δεν έχω ταυτότητα, της είπαν πως μπορεί να είμαι τάχα κατάσκοπος! Οπότε με άφησε στην αυλή του νοσοκομείου και εγώ άρχισα να κλαίω και να φωνάζω, γιατί ήθελα να δω τον πατέρα μου. Ήρθαν κάτι γυναίκες και μου είπαν να σταματήσω, γιατί θα με φυλάκιζαν οι αστυνομικοί, αλλά εγώ έλεγα πως δεν με νοιάζει. Τότε ο πατέρας μου εγχειρισμένος είχε ακούσει τι είχε γίνει και βγήκε στο παράθυρο και μου κούνησε το χέρι. Ήθελα τόσο πολύ να τον αγκαλιάσω, αλλά δεν μπορούσα.
72396 388833744532797 3397672 n   

κλικ prismanews.gr