Ο θρυλικός Παεζάνο είναι εδώ και ετοιμάζει βιβλίο!


Ντυμένος με κελεμπίες, γούνες, ψηλά καπέλα, λευκά κοκάλινα γυαλιά ηλίου με χοντρό σκελετό, με μούσι... Ντ' Αρτανιάν και μια μαϊμού στον ώμο, ο εκκεντρικός Νίκος Χατζηκώστας ήταν η πιο cult φιγούρα της Αθήνας τη δεκαετία του '80.

Ιδιοκτήτης του Paesano, του περίφημου ethnic ρεστοράν της Κυψέλης, το οποίο βρισκόταν επί της οδού Φωκίωνος Νέγρη, γνωστός και ως «Ζντουπ» ή «Κροκοδειλάκιας», διασκέδαζε την υψηλή κοινωνία της πρωτεύουσας με το χιούμορ του. 
Πελάτες του ήταν τα πιο γνωστά ονόματα της showbiz και της πολιτικής, από την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον νεαρό τότε Λάκη Λαζόπουλο έως τους Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο, Γεώργιο Αβέρωφ και την -τότε πρώτη κυρία- Μαργαρίτα Παπανδρέου.

Δεκαοκτώ χρόνια μετά το «λουκέτο» ο εκκεντρικός επιχειρηματίας, που ζει σε ένα κτήμα στις Αρχάνες του Ηρακλείου Κρήτης και γράφει τη βιογραφία του, μιλάει στην «Espresso» για τη ζωή του και αποκαλύπτει άγνωστες, «πιπεράτες» ιστορίες. Λεγόταν πως ο Σήφης, ο κροκόδειλος του Ρεθύμνου, που βρέθηκε νεκρός πριν από μερικούς μήνες, ήταν δικός του, όμως ο ίδιος το αρνείται. «Ισα ίσα που προσπάθησα να βοηθήσω να τον πιάσουν, έδωσα οδηγίες στους επίδοξους κυνηγούς του, αλλά ήταν πολύ έξυπνο ζώο». 
Εργάστηκε από νεκροθάφτης και υπάλληλος καθαριότητας στη λαχαναγορά έως βοηθός σε καθαριστήριο. Η γνώση της αραβικής γλώσσας τον έκανε μεταφραστή της οικογένειας του βασιλιά Ιμπνε Σαούντ που έμενε στο Καβούρι. Συνόδευε τους πρίγκιπες στις εξόδους τους αλλά και στα prive sex πάρτι τους σε μεγάλο ξενοδοχείο των Αθηνών, και έτσι μπήκε γρήγορα στην καλή κοινωνία.

Το 1977 άνοιξε το ρεστοράν Paesano στην Κυψέλη, στη θέση της Spaggeteria του πατέρα του. Σέρβιρε διεθνή κουζίνα, μακαρονάδες και εντυπωσιακές πίτσες. «Αγαπήθηκα αμέσως από τον κόσμο, καθώς η φήμη μου ως... τρελού είχε προηγηθεί του μαγαζιού! Hταν ένα after μαγαζί και το 1984 οδηγήθηκα στα δικαστήρια της Σανταρόζα πάνω από εκατό φορές για παράβαση του νόμου περί ενέργειας, παρότι μετά τις 2.00 τα ξημερώματα άναβα κεριά και γκαζάκια! Πάντα όμως αθωωνόμουν, με μάρτυρες γνωστούς καλλιτέχνες. Λίγο καιρό αργότερα ο νόμος αυτός καταργήθηκε. Θυμάμαι ότι μια φορά πήγα στο Αυτόφωρο ντυμένος νυχτερίδα και την επομένη με ένα ποτήρι σαμπάνια» λέει γελώντας. 
Με τον Ντέμη Ρούσσο ήταν μακρινά ξαδέλφια και πρώην συμμαθητές σε σχολείο της Αιγύπτου. Ο διάσημος σταρ σύχναζε στο μαγαζί του, όταν βρισκόταν στην Ελλάδα. Oπως λέει, ήταν να συνεργαστούν μια εποχή ανοίγοντας ένα bar restaurant, αλλά δεν τα βρήκαν στα λεφτά.

Η μασκότ του ήταν η Πουτσίνο και καθόταν πάντα στον ώμο του. Μια μαϊμού που έκανε ζημιές. Εκλεβε... περουκίνια από άντρες πελάτες, τραβούσε τα μαλλιά και χαλούσε κομμώσεις στις κυρίες. Και οι μηνύσεις έπεφταν βροχή, θυμάται. «Μια εποχή έφερα κρυφά στην Ελλάδα δύο κροκοδειλάκια από την Αλεξάνδρεια. Τα πήγα στο σπίτι, αλλά λίγες ώρες αργότερα το ένα εξαφανίστηκε. Eπαθα σοκ. Σκέφτηκα μήπως είχε πέσει στον υπόνομο και για να προλάβω το κακό, μη μεγαλώσει εκεί μέσα, ενημέρωσα έναν φίλο μου εκδότη και του είπα τα καθέκαστα. Εκείνος το έκανε πρώτο θέμα την επομένη μέρα στην εφημερίδα του κι έτσι φτάσαμε στις δικαστικές αίθουσες για κατοχή άγριων ζώων, παρότι το εξαφανισμένο κροκοδειλάκι το βρήκα μία ημέρα αργότερα στον δρόμο πατημένο από αυτοκίνητο. Το πήγα στο δικαστήριο νεκρό, το έδειξα και γλίτωσα. Το δεύτερο πήγε και αυτό... άδοξα» λέει ο Νίκος Χατζηκώστας που αποκάλυψε πως είναι πρώτος ξάδελφος του Mr Jumbo Αποστόλη Βακάκη.

Το 1984 ο Παεζάνο (τον αποκαλούσαν και με το όνομα του μαγαζιού του) «πυρπολήθηκε» μπροστά στο μαγαζί του. Τα κηδειόχαρτα τοιχοκολλήθηκαν σε ολόκληρη την Αθήνα. Την επομένη ήταν πρώτο θέμα στις εφημερίδες. 

Στην πραγματικότητα, όπως λέει ο ίδιος, ήταν ένα καλοστημένο πρωταπριλιάτικο αστείο με μονταρισμένη φωτογραφία. Οι φίλοι του πίστεψαν πως είχε αυτοκτονήσει. «Τη στιγμή που όλοι έκλαιγαν έξω από το μαγαζί, κάνω ένα σάλτο και βγαίνω. Τους κόπηκε η χολή» θυμάται και γελάει. 
Πούλησε το ιστορικό μαγαζί του το 1997, όταν ο πεζόδρομος γέμισε με καφετέριες και fast food και μετακόμισε με τη σύζυγό του και την 95χρονη μητέρα του στις Αρχάνες, σε ένα υπέροχο σπίτι με έναν μικρό ζωολογικό κήπο και αρκετά αδέσποτα σκυλιά, στα οποία προσφέρει στέγη και τροφή. Επίσης, στον τεράστιο κήπο του έχει φυτέψει δέντρα και λουλούδια τα οποία έχει φέρει κυρίως από την Αίγυπτο και χώρες του εξωτερικού, προκειμένου να του θυμίζουν το σπίτι των παιδικών του χρόνων!

Η Αλίκη και ο καβγάς με τον Γ. Κωνσταντίνου

«Ο Ντίνος Ηλιόπουλος ερχόταν συχνά. Επέλεγε ένα συγκεκριμένο τραπεζάκι στο βάθος του μαγαζιού και καθόταν με την παρέα του. Ο Στάθης Ψάλτης φορώντας σχεδόν πάντα σκούρα γυαλιά ηλίου, ακόμη και τη νύχτα, ερχόταν με την Καίτη Φίνου». 
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη -όπως λέει- ήταν μια ψυχρή επαγγελματίας. Δεν εμφανιζόταν πουθενά, αν δεν είχε λόγο και φωτογράφους. Τη συνόδευε εκείνη την εποχή ο Κώστας Σπυρόπουλος. «Ο Στράτος Διονυσίου ερχόταν με την τραγουδίστρια Μαρίνα Βλαχάκη. Η παραγγελία, πάντα η ίδια: ένα μπουκάλι ουίσκι. Βαρύς τύπος, αλλά ωραίος. 
Ο Γιώργος Φούντας και η σύζυγός του ήταν πελάτες, ο Θανάσης Βέγγος που ήταν πραγματικά υπερκινητικός και η γυναίκα του μου έλεγε πως ούτε στο σπίτι δεν ησύχαζε, αλλά και πολιτικοί όπως ο Γεώργιος Αβέρωφ και ο Κωστής Στεφανόπουλος με τον οποίο κατέβηκα σε κάποιες εκλογές ως υποψήφιος βουλευτής, αλλά μετά το μετάνιωσα. 
Ο Γιώργος Κωνσταντίνου ήταν τακτικός πελάτης και καλός φίλος. Την πρώτη φορά που ήρθε τσακωθήκαμε, επειδή δεν υπήρχε τραπέζι ελεύθερο για να καθίσει με την τότε συνοδό του, την Τέτη Σχοινάκη. Μετά γίναμε φίλοι».

Η «προδοσία» και η χορεύτρια με τους νεαρούς

Κάποιοι τον ξέχασαν και εκείνος φέρθηκε ανάλογα. «Ο Λάκης Λαζόπουλος ερχόταν με την τότε μούσα του, τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου. Ηταν στα πρώτα βήματά του στην υποκριτική. Επτά χρόνια αργότερα τον συνάντησα σε μια πολιτιστική εκδήλωση στην Αλεξάνδρεια και όταν τον αγκάλιασα με ενθουσιασμό, ρώτησε ποιος ήμουν. Εκανα μεταβολή και έφυγα. Δεν μου άρεσε αυτό» λέει ο Παεζάνο και συνεχίζει: «Με τη Μαργαρίτα Παπανδρέου γνωριστήκαμε στο μαγαζί μου, ερχόταν ως πελάτισσα και θυμάμαι μια βραδιά που χορέψαμε σέικ στα Αστέρια της Γλυφάδας, σε εκδήλωση της Ενωσης Γυναικών Ελλάδας, στην οποία ήταν τότε πρόεδρος. Μια μέρα τής πήγα στο Καστρί δώρο ένα κουταβάκι, αλλά έλειπε και το παρέδωσα στον γιο της Νίκο».

Ωστόσο, διακριτικά μάς περιγράφει καταστάσεις για πρόσωπα που δεν θέλει να «αποκαθηλώσει». «Γνωστή ηθοποιός και καταπληκτική χορεύτρια ερχόταν συχνά με νεαρούς συνοδούς και καθόταν πάντα στο πατάρι για να μην τη δει ο τότε σύζυγός της, πολύ γνωστός και από την τηλεόραση, που ήταν επίσης πελάτης. Επίσης δημοφιλής ηθοποιός του παλιού κινηματογράφου ερχόταν στο μαγαζί μεθυσμένος και έκανε φασαρίες και όλο τον πετούσα έξω. Ερχόταν και ένας πολύ γνωστός σκηνοθέτης που ήταν γκέι και μου έφερνε νεαρούς ηθοποιούς που τους είχε γκόμενους. Εκανε πολλά όργια αυτός» λέει με νόημα ο Νίκος Χατζηκώστας και προσθέτει: «Μια πολύ ευγενική και σεμνή ηθοποιός ήταν ζευγάρι με έναν ψηλό ηθοποιό που για χάρη του οι γυναίκες ήθελαν να αυτοκτονήσουν. Και αυτή το ίδιο, μου το είχε εξομολογηθεί πως είχε κάνει απόπειρα μετά τον χωρισμό τους».

Η απόδραση από την Αίγυπτο και ο γκουρού αδερφός

Γεννήθηκε το 1946 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ο πατέρας του ήταν ο Βασίλης Χατζηκώστας, ιδιοκτήτης εστιατορίων και η μητέρα του η Ελλη Βακάκη. Η οικογένεια ζούσε στην Αλεξάνδρεια, σε μια τετραώροφη έπαυλη με δεκαμελές υπηρετικό προσωπικό και έναν κήπο... ζούγκλα, γεμάτο μαϊμούδες, κροκοδειλάκια, αλεπούδες και κατσίκια, με τον μικρό Νίκο να μιμείται τον ηθοποιό Τζόνι Βαϊσμίλερ, τον τότε τηλεοπτικό «Ταρζάν». Σε σύγκριση με τον αδελφό του, τον Αποστόλη, εκείνος ήταν ατίθασος. 

Οι πολιτικές εξελίξεις στην Αίγυπτο το 1956 υποχρέωσαν την οικογένεια να μετακομίσει άρον άρον στην Ελλάδα. «Ο πατέρας μου έκρυψε διαμάντια σε ένα πολύ ιδιαίτερο σημείο του σώματός του για να περάσουμε το τελωνείο και να κάνουμε μια νέα αρχή στην πατρίδα» αποκαλύπτει.

Εγκαταστάθηκαν σε ένα διαμέρισμα στην Αγίου Μελετίου 41 και γρήγορα ο πατέρας του άνοιξε στην Κυψέλη το πρώτο ρεστοράν με μακαρονάδες, τη Spaggeteria, επί της Φωκίωνος Νέγρη. Οι γονείς του χώρισαν λίγο καιρό αργότερα και ο Βασίλης Χατζηκώστας παντρεύτηκε ξανά με μια Ελληνοαμερικανίδα. Η μητέρα του, όπως αναφέρει, είχε μετακομίσει στη Νιγηρία όπου συζούσε με έναν Αγγλο στρατιωτικό. Οταν εκείνος πέθανε, η Ελλη Βακάκη επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε ζευγάρι με τον Νίκο Μομφεράτο, ξάδελφο του εκδότη της «Απογευματινής», και έμεινε μαζί του μέχρι που πέθανε και αυτός, όπως αναφέρει ο πρώην επιχειρηματίας.

Οσο για τον αδελφό του, τον Αποστόλη Χατζηκώστα, ο Mr Paesano λέει πως «όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του στα οικονομικά, στην ΑΣΟΕΕ, πήγε στην Ινδία, στο Κατμαντού και το Νεπάλ και το 1978 έγινε γκουρού. Σήμερα ζει σε ένα ινδικό μοναστήρι στην Παιανία Αττικής και το όνομά του το έχει αλλάξει σε Σουάμι Απαροξανάντα Σαρασουάτι».

Η γνωριμία με τη γυναίκα του και ο θάνατος

Με την Αγγλίδα σύζυγό του γνωρίστηκε στην Αθήνα. Η Αντουανέτ Εντεάν έμελλε να είναι η γυναίκα της ζωής του. «Παντρευτήκαμε τρεις φορές! Δύο στο Λονδίνο (πολιτικό και καθολικό γάμο) και μία στην Ελλάδα, διότι είχαμε χούντα και δεν αναγνωριζόταν γάμος εκτός του ορθόδοξου» περιγράφει ο Νίκος Χατζηκώστας. Με τη γυναίκα του είναι 47 χρόνια μαζί και έχουν τρία αγόρια που σήμερα είναι παντρεμένα και ζουν στην Αθήνα. «Με την Αντουανέτ μετακομίσαμε για τρία χρόνια (1974-77) στο Μόντρεαλ του Καναδά, για μια καλύτερη ζωή, με τον πρώτο μας γιο μικρό σε ηλικία. Εκεί γεννήθηκαν και τα δίδυμα αγόρια. Δούλεψα σκληρά σε ένα εστιατόριο που λεγόταν Paesano και το είχε ένας Αιγύπτιος, πρώην υπηρέτης μας στην Αλεξάνδρεια. Τύχη, ε; Επλυνα χιλιάδες πιάτα εκεί. Υποσχέθηκα όμως στον εαυτό μου πως όταν ανοίξω δικό μου μαγαζί στην Ελλάδα, έτσι θα το ονομάσω, για να θυμάμαι.

Ενα βράδυ που έκανα ντελίβερι φαγητού, μια νταλίκα έπεσε πάνω στο αυτοκίνητό μου και με “σκότωσε”» αποκαλύπτει ο Νίκος Χατζηκώστας και συνεχίζει: «Εκσφενδονίστηκα σε κάτι χωράφια και ένιωθα να αιωρούμαι έξω από το σώμα μου. Εβλεπα τα πάντα από ψηλά. Είδα το ασθενοφόρο, το νοσοκομείο και το σκοτεινό κρύο δωμάτιο που με πέταξαν. Ενιωθα μια γλύκα και δεν φοβήθηκα στιγμή γι' αυτό που συνέβαινε, μέχρι που άρχισα να κατεβαίνω και “μπήκα” πάλι στο σώμα μου. Σηκώθηκα να δω αν ζω ή έβλεπα όνειρο. Ανοιξα την πόρτα να βγω από το δωμάτιο και άκουσα τότε τα ουρλιαχτά των νοσοκόμων: “Ο νεκρός περπατάει!”. Με είχαν βάλει στο νεκροτομείο, αλλά αναστήθηκα!» λέει γελώντας ύστερα από τόσα χρόνια
.


Δήμητρα Δάρδα - Φωτό:Στέφανος Ραπάνης - klik espressonews.gr