Γράφει ο Δημοσθένης Μαράκης
Στο άρθρο του για την
ιεράρχηση των αναγκών ο Abraham Maslow αναφέρει ότι, οι ανάγκες των
ανθρώπων ικανοποιούνται σταδιακά. Μόνον όταν οι βασικές ανάγκες έχουν
εκπληρωθεί, τότε οι φιλοδοξίες αναπτύσσονται και τίθενται οι επόμενοι
στόχοι. Οι πρώτες ανάγκες και οι πιο βασικές είναι : η εξασφάλιση τροφής, το νερό, η ζέστη, η διαμονή (στέγη) και η ξεκούραση. Το εργασιακό περιβάλλον θα μας εξασφαλίσει χρήματα ώστε να εξασφαλιστούν τα προαναφερθέντα. Έπονται οι ανάγκες ασφάλειας (περίθαλψης, εκπαίδευσης, ένδυσης) και προστασίας. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει εργασιακό περιβάλλον. Η έλλειψή του, μας αφαιρεί την δυνατότητα εξασφάλισης των παραπάνω.
Η έλλειψη επαρκών οικονομικών πόρων για την ικανοποίηση βασικών ανθρώπινων αναγκών χαρακτηρίζεται ως φτώχεια, με το όριο να διαφέρει από χώρα σε χώρα. Η φτώχεια ανάγεται να μετράται σε χρήματα και αντανακλά τους κατά κεφαλήν διαθέσιμους από τους πραγματικούς οικονομικούς πόρους μιας χώρας.
Η έννοια της φτώχειας μπορεί και χωρίζεται ως εξής:
• Ως σε απόλυτη φτώχεια και ανέχεια ορίζεται το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με λιγότερο από ένα καθορισμένο ποσό δολαρίων την ημέρα. Η δημοφιλέστερη στατιστική του είδους (που χρησιμοποιείται και από την Παγκόσμια Τράπεζα), είναι το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα, σε τιμές του 1985. Ιδανικό ποσοστό απόλυτης φτώχειας είναι το 0%. Ο συγκεκριμένος ορισμός χρησιμοποιείται περισσότερο στις αναπτυσσόμενες χώρες.
• ως σε σχετική φτώχεια ορίζεται το ποσοστό των ατόμων σε μια χώρα που ζουν με εισόδημα κατώτερο ενός συγκεκριμένου ποσοστού του διάμεσου εισοδήματος (συνήθως 50%) στην χώρα. Η σχετική φτώχεια είναι και ο πιο συχνά χρησιμοποιούμενος όρος στις στατιστικές των ανεπτυγμένων χωρών όπου και πολύ συχνά παρεξηγείται ως δείκτης απόλυτης φτώχειας.
Στην ΕΕ η σχετική φτώχεια ορίζεται ως το ποσοστό του πληθυσμού που ζει με εισόδημα χαμηλότερο από 60% του διάμεσου εισοδήματος στην χώρα. Στην Ελλάδα αυτό το ποσοστό υπερβαίνει το 20%.
Η περιφέρεια με την μεγαλύτερη φτώχεια είναι η Ήπειρος με την Ανατολική Μακεδονία - Θράκη να ακολουθούν από κοντά. Οι περιφέρειες με την χαμηλότερη φτώχεια είναι η Αττική και η Κρήτη.
Ο κίνδυνος φτώχειας είναι μεγαλύτερος για τα άτομα χαμηλού εκπαιδευτικού επιπέδου και για τα νοικοκυριά με μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Η φτώχεια σε ατομικό επίπεδο μπορεί να σχετίζεται με τη χαμηλή συνταξιοδότηση, την ανεργία ή την αεργία.
Το επίπεδο της ανεργίας μιας χώρας φαίνεται να είναι επίσης δείκτης της γενικής φτώχειας (στην Ελλάδα η ανεργία το 2013 είναι περίπου 27%). Στην καθημερινή ζωή η "φτώχεια" ορίζεται ως η αδυναμία απόκτησης ενός αξιοπρεπούς τρόπου ζωής. Έτσι, η έλλειψη ενός στοιχειώδους επιπέδου διατροφής, ένδυσης και στέγασης είναι ένα προφανές μέτρο. Ωστόσο, το τι θεωρείται επαρκές και τι θεωρείται αναγκαίο είναι διαφορετικό ανάλογα με την εποχή και την κοινωνία και υπό αυτή την έννοια η φτώχεια είναι σχετική.
Πιο συγκεκριμένα, η φτώχεια ορίζεται σε σχέση με το μέσο (median) εισόδημα της χώρας. Έτσι, το όριο της φτώχειας ορίζεται στο 60% του μέσου εισοδήματος. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι που έχουν εισόδημα λιγότερο από το 60% του μέσου εισοδήματος της χώρας τους κινδυνεύουν να ανήκουν στην κατηγορία των φτωχών ή/και κοινωνικά αποκλεισμένων.
Το επίπεδο ζωής των φτωχών ανθρώπων διαφοροποιείται σε μεγάλο βαθμό στην ΕΕ. Για παράδειγμα στην Ουγγαρία, στην Πολωνία και στη Σλοβακία οι άνθρωποι που βρίσκονται στο όριο της φτώχειας επιβιώνουν με λιγότερα από 250€ τον μήνα, ενώ στις Νορβηγικές χώρες, στην Ιρλανδία, στο Λουξεμβούργο, στην Ολλανδία και στην Αγγλία, το όριο της φτώχειας ορίζεται περίπου στα 900€ το μήνα.
Αν λάβουμε υπόψη τη διαφοροποίηση στο κόστος διαβίωσης (τιμές εκφρασμένες σε αγοραστική δύναμη), το μηνιαίο εισόδημα των ανθρώπων στα όρια της φτώχειας κυμαίνεται από 280€ σε 947€. Επομένως, το επίπεδο ζωής των φτωχών είναι περίπου 3,4 φορές υψηλότερο στις πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες σε σχέση με τις φτωχές.
Ωστόσο, πρέπει να θυμόμαστε ότι το όριο της φτώχειας σε κάθε χώρα, αντιπροσωπεύει το επίπεδο του εισοδήματος που θεωρείται απαραίτητο για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Σε δύο ξεχωριστές έρευνες, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι όσοι βιώνουν τη φτώχεια στην πρώιμη παιδική ηλικία, έχουν μικρότερο μέγεθος εγκεφάλου και είναι λιγότερο αποτελεσματικοί στην επεξεργασία συγκεκριμένων αισθητηριακών πληροφοριών, όπως αναφέρει σε δημοσίευμα του το Time.
Προηγούμενη μελέτη υποστήριζε ότι η φτώχεια μπορεί να συμβάλει σε μειωμένη γνωστική λειτουργία και χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο, ενώ με τη βοήθεια εικόνων, οι ερευνητές κατάφεραν να τεκμηριώσουν μετρήσιμες αλλαγές στον εγκέφαλο, οι οποίες συνδέονται με τη φτώχεια. Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στο JAMA Pediatrics, παιδιά που είχαν μεγαλώσει σε φτωχότερα νοικοκυριά παρατηρήθηκε ότι είχαν μικρότερο μέγεθος «γκρι και φαιάς ουσίας» στους εγκεφάλους τους, συγκριτικά με εκείνα που είχαν περισσότερα αγαθά. Σύμφωνα με τους ερευνητές από το τμήμα Ιατρικής του πανεπιστημίου Washington στο St. Louis, οι μικρότερες περιοχές του εγκεφάλου μπορεί να οφείλονται στο αυξημένο στρες και το άγχος που βιώσαν αυτά τα παιδιά μεγαλώνοντας μέσα σε οικογένειες με οικονομικά προβλήματα, με αποτέλεσμα αυτό να έχει επίδραση στην υποστήριξη και την αλληλεπίδραση που είχαν με τους γονείς τους.
Σε μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Journal of Neuroscience, ερευνητές από το πανεπιστήμιο Northwestern του Illinois, συνέδεσαν το φαινόμενο της «μειωμένης μητρικής εκπαίδευσης» (μανάδες με χαμηλή μόρφωση) -ένα κοινό σύμπτωμα σε καταστάσεις φτώχειας- με την κακή επεξεργασία ηχητικών σημάτων στον εγκέφαλο των παιδιών, που μεγαλώνουν σε πιο φτωχά περιβάλλοντα. Οι ερευνητές βρήκαν ότι υπάρχει κάποια σχέση με την έλλειψη σταθερής λεκτικής αλληλεπίδρασης μεταξύ μητέρας και παιδιού. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε πιο εύρωστες οικονομικά οικογένειες, «εκτίθενται» σε 30 εκατομμύρια περισσότερες λέξεις, συγκριτικά με όσα μεγαλώνουν σε φτωχικές οικογένειες και οι γονείς τους δεν είναι μορφωμένοι. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά μπορούν να ανατραπούν.
Οι οικογένειες δεν επιλέγουν να ζουν στη φτώχεια και μια αλλαγή στον τρόπο φροντίδας, ιδίως κατά την πρώιμη παιδική ηλικία, θα μπορούσε να αποτρέψει κάποιες από τις σωματικές μετρήσεις που έκαναν οι επιστήμονες. Παγκοσμίως περίπου 1,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι υπολογίζεται ότι ζουν σε απόλυτη φτώχεια σήμερα. Το ένα τρίτο των θανάτων - περίπου 18 εκατομμύρια άνθρωποι το χρόνο ή 50.000 ανά ημέρα - οφείλονται στη φτώχεια και τις συνέπειες της, ενώ συνολικά 270 εκατομμύρια άνθρωποι, στην πλειονότητά τους γυναίκες και παιδιά, έχασαν τη ζωή τους ως αποτέλεσμα της φτώχειας από το 1990 έως σήμερα.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η πείνα και ο υποσιτισμός απόρροια της φτώχειας είναι η σοβαρότερη απειλή για τη δημόσια υγεία του κόσμου.
Η φτώχεια είναι κάτι που πρέπει να συζητηθεί, πρέπει να καταλάβουμε ότι το θέμα αυτό πρέπει να λυθεί. Ο μισός πληθυσμός του κόσμου επηρεάζεται από την φτώχεια και τις συνέπειες της (άμεσα ή έμμεσα) και το υπόλοιπο μισό σύντομα. Οι άνθρωποι πεθαίνουν εξαιτίας της. Αυτοί οι άνθρωποι στερούνται των βασικών αναγκών της ζωής.
Μήπως δεν είναι ανθρώπινα όντα ή δεν έχουν το δικαίωμα για "πολυτέλειες" της ζωής;
Πρέπει να σκεφτούμε και να καταλάβουμε τις απαντήσεις στην ερώτηση. ……και γρήγορα!!!